ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Την πέμπτη μέρα, πάντα χάρη στο αρνάκι, τούτο το μυστικό της ζωής του μικρού
πρίγκιπα μου αποκαλύφτηκε. Με ρώτησε κάπως απότομα, χωρίς κανένα άλλο πρόλογο, 
σαν να 'ταν αποτέλεσμα ενός προβλήματος που το είχε μελετήσει για πολύν καιρό χωρίς
να εξωτερικεύει τις σκέψεις του. 
- Ένα αρνάκι, μια και τρώει τα μικρά δέντρα, τρώει και τα λουλούδια; 
- Ένα αρνάκι τρώει ότι βρεθεί μπροστά του. 
- Ακόμη και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια; 
- Ναι. Ακόμη και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια. 
- Και τότε σε τι τους χρησιμεύουν τα αγκάθια; 
Δεν το ήξερα αυτό. Κείνη τη στιγμή ήμουνα πολύ απασχολημένος, καθώς προσπαθούσα
να λασκάρω ένα μαγκωμένο μπουλόνι του κινητήρα μου. Ένιωθα ανήσυχος γιατί η
βλάβη έδειχνε να 'ναι πολύ σοβαρή και το νερό πουλιγόστευε, άρχιζε να με κάνει να
φοβάμαι το χειρότερο. 
- Και σε τι χρησιμεύουν τ' αγκάθια; 
Όταν έκανε μιαν ερώτηση, ο μικρός πρίγκιπας δεν υποχωρούσε ποτέ. Ήμουνα
θυμωμένος με το μπουλόνι μου κι απάντησα αδιάφορα: 
- Τ' αγκάθια σε τίποτε δεν χρησιμεύουν, είναι μια καθαρή κακοτροπιά από τη μεριά των
λουλουδιών! 
- Ω! 
Όμως, ύστερα από ένα μικρό διάστημα σιωπής, μου πέταξε μ' ένα είδος μνησικακίας: 
- Δεν σε πιστεύω! Τα λουλούδια είναι αδύναμα, λεπτούλικα. Δεν έχουν πονηριά. 
Επιβιώνουν όπως μπορούν. Πιστεύουν πως είναι τρομερά με τ' αγκάθια τους... 
Δεν έδωσα καμιά απάντηση. Κείνη τη στιγμή σκεφτόμουνα: «αν τούτο το μπουλόνι
συνεχίσει ν' αντιστέκεται, θα το πετάξω έξω με μια σφυριά». 
Ο μικρός πρίγκιπας διέκοψε πάλι τις σκέψεις μου: 
- Και πιστεύεις, εσύ, πως τα λουλούδια... 
- Μα όχι! Όχι, βέβαια! Δεν πιστεύω τίποτε! Απάντησα έτσι αδιάφορα, χωρίς να το
πολυσκεφτώ. Είμαι απασχολημένος, εγώ, με σοβαρά πράγματα! Με κοίταξε κατάπληκτος.
- Με σοβαρά πράγματα!... 
Με κοίταζε έτσι όπως ήμουν με το σφυρί στο χέρι, τα δάχτυλα μαύρα από το γράσο, 
σκυμμένο πάνω από ένα πράγμα που του φαινόταν πάρα πολύ άσχημο. 
- Μιλάς κι εσύ όπως οι μεγάλοι! 
Τα λόγια του μ' έκαναν να νιώσω ντροπή. Μα κείνος, δίχως καθόλου να με λυπηθεί, 
πρόσθεσε: 
-Όλα τα μπερδεύεις, εσύ... όλα τα ανακατώνεις! 
Στ' αλήθεια ήταν πολύ θυμωμένος. Κουνούσε στον αέρα τα χρυσόξανθα μαλλιά του: 
- Ήξερα ένα πλανήτη όπου υπάρχει ένας κύριος πολύ κόκκινος. Ποτέ του δεν είχε
μυριστεί ένα λουλούδι. Ποτέ του δεν είχε κοιτάξει ένα αστέρι. Ποτέ του δεν είχε
αγαπήσει κανένα. Ποτέ του δεν έκανε τίποτ' άλλο εκτός από λογαριασμούς. Κι όλη τη
μέρα έλεγε και ξανά 'λεγε συνέχεια: «Είμαι σοβαρός άνθρωπος! Είμαι ένας σοβαρός
άνθρωπος!», κι αυτό τον έκανε να φουσκώνει από περηφάνια! Μα αυτός δεν είναι
άνθρωπος, είναι ένα μανιτάρι! 
- Ένα τι; 
- Ένα μανιτάρι! 
Ο μικρός πρίγκιπας είχε γίνει τώρα κατάχλομος απ' το θυμό του. 
- Τώρα και εκατομμύρια χρόνια, τα λουλούδια πετάνε αγκάθια. Κι όμως, τώρα και
εκατομμύρια χρόνια, τα αρνιά τρώνε τα λουλούδια. Δεν είναι, λοιπόν, σοβαρό θέμα να
προσπαθείς να καταλάβεις γιατί τα λουλούδια κουράζονται τόσο πολύ για να ξεπετάνε
αγκάθια που ποτέ δεν χρησιμεύουν σε τίποτα; Δεν είναι σημαντικό πρόβλημα ο πόλεμος
ανάμεσα στα αρνιά και τα λουλούδια; Δεν είναι πολύ πιο σοβαρό και πιο σημαντικό από
τους λογαριασμούς ενός χοντρού κόκκινου κυρίου; Κι αν εγώ ήξερα ένα μοναδικό στον
κόσμο λουλούδι, που δεν υπήρχε πουθενά αλλού, εκτός από τον πλανήτη μου και που
ένα μικρό αρνί μπορεί να το καταστρέψει με μια χαψιά, έτσι, ένα πρωί, χωρίς να καθόλου
να σκεφτεί αυτό που κάνει, αυτό δεν είναι σημαντικό και σοβαρό θέμα;


Κοκκίνισε, ύστερα πρόσθεσε: 
- Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι που δεν υπάρχει παρά μόνο ένα δείγμα του μέσα σε
εκατομμύρια και εκατομμύρια αστέρια, αυτό είναι αρκετό για να νιώθει ευτυχισμένος
όταν το κοιτάζει. Σκέπτεται «Το λουλούδι μου είναι κάπου εκεί...» Μα αν το μικρό αρνί
φάει το λουλούδι, θα 'ναι για κείνο σαν να είχαν ξαφνικά σβηστεί όλα τ' αστέρια! 
Κι αυτό δεν είναι σημαντικό!... 
Δεν μπόρεσε να προσθέσει τίποτε περισσότερο. Απότομα ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε
πέσει η νύχτα. Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου. Άρχισα να χλευάζω τον εαυτό μου για
το σφυρί μου, για το μπουλόνι μου, για τη δίψα, για το θάνατο. Πάνω σ' ένα αστέρι, ένα
πλανήτη, το δικό μου, τη Γη, βρισκόταν ένας μικρός πρίγκιπας που χρειαζόταν
παρηγοριά! Τον πήρα αγκαλιά. Τον κούνησα πέρα-δώθε, νανουρίζοντάς τον. Του
ψιθύριζα: «Το λουλούδι που αγαπάς δεν κινδυνεύει πια... Ζωγράφισα ένα φίμωτρο στο
αρνάκι σου... Θα ζωγραφίσω και μια πανοπλία για το λουλούδι σου... Θα...». Δεν ήξερα τι
να πω... Ένιωθα πολύ άσχημα, δεν ήξερα πώς να τον φέρω πιο κοντά μου ή να πάω εγώ
πιο κοντά του. Είναι τόσο μυστηριακή η χώρα των δακρύων. 




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Έμαθα πολύ γρήγορα να ξεχωρίζω αυτό το λουλούδι. Πάνω στον πλανήτη του μικρού
πρίγκιπα, υπήρχαν πάντα πολύ απλά λουλουδάκια, στολισμένα με μια μονάχα σειρά
από πέταλα και που δεν έπιαναν και πολύ τόπο και που δεν ενοχλούσαν κανένα. Ένα
πρωινό ξεπηδούσαν ανάμεσα στο χορτάρι κι ύστερα χάνονταν το βράδυ. 
Μα κείνο εκεί το λουλούδι είχε φυτρώσει μια μέρα, από ένα σπόρο φερμένο κανείς δεν
ξέρει από πού, κι ο μικρός πρίγκιπας το είχε παρακολουθήσει από πολύ κοντά αυτό το
κλωναράκι που καθόλου δεν έμοιαζε με τ' άλλα κλωναράκια. Θα μπορούσε να 'ναι ένα
καινούριο είδος μπαομπάμπ. 


Μα το δεντράκι γρήγορα σταμάτησε να ψηλώνει, άρχισε μάλιστα να ετοιμάζεται να
πετάξει λουλούδι. Ο μικρός πρίγκιπας που το παρακολουθούσε συνέχεια κι έβλεπε να
βγαίνει ένα τεράστιο μπουμπούκι, ένιωθε πως θα πετιόταν κάτι θαυμαστό, μα το
λουλούδι δεν σταματούσε να ετοιμάζεται για να γίνει όμορφο, προφυλαγμένο από το
πράσινο δωματιάκι του. Με πολύ προσοχή, διάλεγε τα χρώματά του. Ντυνόταν χωρίς
βιασύνη. Ταίριαζε ένα-ένα τα πέταλά του. Δεν θα 'θελε να παρουσιαστεί τσαλακωμένο
όπως οι παπαρούνες. Δεν ήθελε να παρουσιαστεί παρά μονάχα μέσα στην τέλεια
ακτινοβολία της ομορφιάς του. Ε! ναι! Ήταν πολύ φιλάρεσκο, ήθελε ν' αρέσει! Ο
μυστηριώδης στολισμός του είχε κρατήσει, λοιπόν, μέρες και μέρες. Κι ύστερα, να που
ένα πρωί, ακριβώς τη ώρα που έβγαινε ο ήλιος, έκανε την εμφάνισή του. 
Και τότε το λουλούδι, που τόσο με ακρίβεια είχε δουλέψει, είπε καθώς χασμουριόταν: 
- Αχ! μόλις ξύπνησα... Σας ζητάω συγνώμη... Είμαι ακόμη αχτένιστη... 
Τότε ο μικρός πρίγκιπας δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το θαυμασμό του: 
- Πόσο όμορφο είσαι! - Δεν είναι έτσι; απάντησε ψιθυριστά το λουλούδι. Κι έχω γεννηθεί την ίδια στιγμή που γεννήθηκε κι ο ήλιος... 
Ο μικρός πρίγκιπας κατάλαβε πως ήταν λίγο ξιπασμένο, 
όμως ήταν και τόσο γοητευτικό! 
- Νομίζω ότι είναι η ώρα για το πρόγευμα, πρόσθεσε αμέσως μετά, 
θα 'χετε την καλοσύνη να με σκεφτείτε... 
Κι ο μικρός πρίγκιπας πολύ μπερδεμένος, αφού έφερε ένα ποτιστήρι με δροσερό νερό, 
περιποιήθηκε το λουλούδι. 
Έτσι πολύ γρήγορα άρχισε να τον στενοχωρεί με την κάπως ύποπτη ματαιοδοξία του.


Μια μέρα, σαν παράδειγμα, καθώς μιλούσε για τα τέσσερα αγκάθια του, είχε πει στον
μικρό πρίγκιπα: 
- Μπορεί να 'ρθουν οι τίγρεις, με τα νύχια τους! 
- Δεν υπάρχουν τίγρεις στον πλανήτη μου, 



παρατήρησε ο μικρός πρίγκιπας, 
κι έπειτα οι τίγρεις δεν τρώνε χορτάρι. 
- Εγώ δεν είμαι χορτάρι, είχε απαντήσει ψιθυριστά το λουλούδι. 
- Συγχωρείστε με... 
- Καθόλου δεν με φοβίζουν ο τίγρεις, μα με τρομάζουν τα ρεύματα του αέρα... 
Δεν έχετε κάποιο παραβάν; 
«Την τρομάζουν τα ρεύματα του αέρα... δεν είναι κάτι που φέρνει τύχησ' ένα φυτό», είχε
παρατηρήσει ο μικρός πρίγκιπας. Κάπως πολύπλοκο είναι τούτο το λουλούδι...» 


- Τοβράδυ θα με βάζετε κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. 
- Κάνει πολύ κρύο εδώ, σε σας. Είναι κάπως άβολα. Εκεί απ' όπου έχω έρθει... 
Αλλά δεν συνέχισε... Είχε έρθει με μορφή σπόρου. Δεν μπορούσε να ξέρει τίποτε από
άλλους κόσμους. Ταπεινωμένο που άφησε να το τσακώσουν καθώς ετοιμαζόταν να πει
ένα ψέμα τόσο ολοφάνερο, είχε βήξει δυο ή τρεις φορές για να κάνει μικρό πρίγκιπα να
στενοχωρηθεί: 
- Εκείνο το παραβάν;... 
- Πήγα να το πάρω, αλλά μου μιλήσατε! 
Τότε εκείνο δυνάμωσε το βήχα του για να κάνει το μικρό πρίγκιπα να νιώσει τύψεις που
έγινε αιτία να κρυολογήσει. Έτσι εκείνος, παρ' όλη την καλή του θέληση, εξαιτίας της
αγάπης του, γρήγορα άρχισε να κυριεύεται από αμφιβολίες. Πήρε στα σοβαρά λόγια
χωρίς σημασία κι είχε γίνει πολύ δυστυχισμένος. 
«Δεν θα 'πρεπε να το είχα ακούσει, μου εμπιστεύτηκε, δεν πρέπει ποτέ ν' ακούμε τα
λουλούδια. Πρέπει να χαιρόμαστε την ομορφιά τουςκαι το άρωμά τους. 
Το δικό μου γέμιζε με αρώματα τον πλανήτη μου, μα δεν ήξερα να τ' απολαύσω». 


Μου εκμυστηρεύτηκε ακόμη: 
- Δεν κατάφερα τίποτε να καταλάβω, τότε! Θα 'πρεπε να το κρίνω από τις πράξεις και
όχι από τα λόγια του. Με πλημμύριζε αρώματα και λάμψη. Ποτέ δεν θα είχα μπορέσει
να φύγω. Θα έπρεπε να είχα μαντέψει την τρυφερότητα, πίσω από τα άγαρμπα
καμώματά του. Τα λουλούδια είναι τόσο αντιφατικά! Αλλά ήμουν πολύ νέος για να ξέρω
να τ' αγαπώ.











ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ


Πιστεύω πως για τη φυγή του χρησιμοποίησε ένα κοπάδι από μεταναστευτικά πουλιά. 


Το πρωινό της αναχώρησής του, ταχτοποίησε τα πάντα στον πλανήτη του. Καθάρισε
προσεχτικά τα ηφαίστειά του που βρίσκονταν ακόμη σε ενέργεια. Είχε δυο ηφαίστεια σε
ενέργεια. Και ήταν πολύ βολικό γι' αυτόν να ζεσταίνει εκεί το πρωινό του. Είχε κι ένα
σβησμένο ηφαίστειο. Μα, όπως έλεγε, «Ποτέ δεν ξέρει κανείς!» Καθάρισε, λοιπόν, το ίδιο
προσεχτικά το σβησμένο ηφαίστειο. Όταν είναι καθαρισμένα καλά, τα ηφαίστεια καίνε
ήσυχα-ήσυχα και κανονικά. Οι ηφαιστειακές εκρήξεις είναι σαν τις φωτιές που ξεσπούν
στα τοιχώματα που σχηματίζονται στις καμινάδες. Ολοφάνερα εμείς στη γη είμαστε
πάρα πολύ μικροί για να μπορούμε να καθαρίζουμε από την καπνιά τα ηφαίστειά μας. 
Γι' αυτό μας βάζουν σε τόσους μπελάδες. 


Ο μικρός πρίγκιπας, με μια κάποια μελαγχολία, ξερίζωσε ακόμη και τις στερνές φύτρες
του μπαομπάμπ. Πίστευε πως ποτέ δεν θα 'ταν αναγκασμένος να ξαναγυρίσει. Μα όλες
τούτες οι συνηθισμένες, καθημερινές δουλειές, κείνο εκεί το πρωί, του φάνηκαν
ξεχωριστά γλυκές. Κι όταν για τελευταία φορά, πότισε το λουλούδι κι ετοιμάστηκε να το
σκεπάσει με το γυάλινο δοχείο, για να το προφυλάξει, ένιωσε πως του 'ρχόταν να
κλάψει. 
-Γεια σου, είπε στο λουλούδι. 
Μα εκείνο δεν απάντησε
-Γεια σου, ξανά 'πε. 
Το λουλούδι έβηξε. Μα, όχι γιατί εξαιτίας του κρυολογήματος που είχε πάρει. - Είμαι κουτό, του είπε στο τέλος. Σου ζητώ να με συγχωρέσεις. Προσπάθησε να 'σαι
ευτυχισμένος. 
Παραξενεύτηκε που δεν τον κατηγόρησε για τίποτα. Στεκόταν εκεί γεμάτος αμηχανία
με το γυάλινο δοχείο στον αέρα. Δεν καταλάβαινε κείνη τη γλυκιά ηρεμία. 
- Μα ναι, σ' αγαπώ, του είπε το λουλούδι. Δεν κατάλαβες τίποτα, μα το φταίξιμο είναι
δικό μου. Αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Ωστόσο, φάνηκες κι εσύ το ίδιο κουτός σαν κι
εμένα. Προσπάθησε να γίνεις ευτυχισμένος... Παράτα αυτό το γυάλινο δοχείο. 
Δεν το χρειάζομαι πια. 
-Μα ο άνεμος... 
- Δεν έχω κρυώσει τόσο πολύ για να το χρειάζομαι. Το δροσερό αεράκι της νύχτας θα μου
κάνει καλό. Είμαι ένα λουλούδι. 
- Όμως τα ζώα... 
- Θα πρέπει να υποφέρω δυο-τρεις κάμπιες αν θέλω να γνωρίσω τις πεταλούδες. 
Φαίνεται πως είναι πάρα πολύ ωραίες. Διαφορετικά ποιος θα 'ρθει να μου κάνει
επίσκεψη; Θα 'σαι πολύ μακριά, εσύ. Όσο για τα μεγάλα ζώα, δεν τα φοβάμαι καθόλου. 
Έχω τα νύχια μου. 
Και με αφέλεια έδειχνε τα τέσσερα αγκάθια του. Ύστερα πρόσθεσε: 
- Μην καθυστερείς έτσι, είναι ενοχλητικό. Έχεις αποφασίσει να φύγεις. Φύγε. 
Γιατί το λουλούδι δεν ήθελε να το δει ο μικρός πρίγκιπας να κλαίει. 
Ήταν ένα τόσο περήφανο λουλούδι... 





ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Βρισκόταν στην περιοχή που σχημάτιζαν οι αστεροειδείς 325, 326, 327, 328, 329 και 330. 
Άρχισε, λοιπόν, να τους επισκέπτεται για να βρει εκεί κάποια απασχόληση κι ακόμη για
να μορφωθεί. 
Στον πρώτο κατοικούσε ένα βασιλιάς. Ο βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του ντυμένος με
πορφύρα κι ερμίνα, πάνω σ' έναν πολύ απλό κι ωστόσο μεγαλόπρεπο θρόνο. 


- Α! Να ένας υπήκοος, φώναξε ο βασιλιάς, μόλις φάνηκε ο μικρός πρίγκιπας. 
Κι ο μικρός πρίγκιπας αναρωτήθηκε: 
- Πως μπόρεσε να μ' αναγνωρίσει, αφού ποτέ του δεν μ' είχε ξαναδεί! 
Δεν ήξερε πως για τους βασιλιάδες, ο κόσμος είναι πολύ απλοποιημένος. Όλοι οι
άνθρωποι είναι υπήκοοι. 
- Έλα πιο κοντά για να σε δω καλύτερα, είπε ο βασιλιάς, που ένιωθε πολύ περήφανος
που επιτέλους είχε γίνει στ' αλήθεια βασιλιάς για κάποιον. 
Ο μικρός πρίγκιπας κοίταξε ολόγυρά του για να βρει μέρος να καθίσει, μα όλος ο
πλανήτης ήταν πιασμένος από την ερμίνα της υπέροχης κάπας του βασιλιά. Έτσι
απόμεινε ορθός και, καθώς ήταν κουρασμένος, χασμουρήθηκε. - Είναι αντίθετο με το πρωτόκολλο να χασμουριέται κανείς μπροστά σ' ένα βασιλιά. Σου
το απαγορεύω. 
- Δεν κατάφερα να συγκρατήσω το χασμουρητό μου, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας. Έχω
κάνει ένα μακρινό ταξίδι και δεν έχω κοιμηθεί... 
- Τότε, του είπε ο βασιλιάς, σε διατάσσω να χασμουρηθείς. Έχει περάσει πάρα πολύς
καιρός από τότε που είχα δει κάποιον να χασμουριέται. Το χασμουρητό για μένα είναι
κάτι σπάνιο, κάτι το αξιοπερίεργο. Εμπρός! τράβα ένα χασμουρητό. Είναι διαταγή. 
- Αυτό με φοβίζει... δεν μπορώ να χασμουρηθώ πάλι... έκανε ο μικρός πρίγκιπας
κατακόκκινος. 
- Χμ! Χμ! απάντησε ο βασιλιάς. Τότε σε... σε διατάσσω άλλοτε να χασμουριέσαι κι άλλοτε
να... 
Τραύλιζε κάπως και φαινόταν μπερδεμένος. 
Γιατί οβασιλιάς επέμενε στο βασικό αξίωμα ότι το κύρος του έπρεπε να γίνεται σεβαστό. 
Δεν ανεχόταν την ανυπακοή. Ήταν ένας απόλυτος μονάρχης. Όμως, καθώς ήταν και
πολύ καλός, έδινε λογικές διαταγές. 
- Αν έδινα διαταγή σ' ένα στρατηγό, συνήθιζε να λέει, να μεταμορφωθεί σε πουλί της
θάλασσας, σε γλάρο ας πούμε, και αν ο στρατηγός δεν εκτελούσε την εντολή, γι' αυτό
δεν θα έφταιγε εκείνος . Το λάθος θα ήταν δικό μου. 
- Μπορώ να καθίσω; ρώτησε δειλά-δειλά ο μικρός πρίγκιπας. 
- Σε διατάζω να καθίσεις, του απάντησε ο βασιλιάς, μαζεύοντας με μια μεγαλόπρεπη
κίνηση μια άκρη από την ερμίνα της κάπας του. 
Η κατάπληξη του μικρού πρίγκιπα μεγάλωνε ολοένα και πιο πολύ. Ο πλανήτης ήταν
μικροσκοπικός. Πάνω σε τι, λοιπόν, μπορούσε να βασιλεύει; 
- Μεγαλειότατε, του είπε, σας ζητάω συγνώμη, αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω... 
- Σε διατάζω να ρωτήσεις, βιάστηκε να πει ο βασιλιάς. 
- Μεγαλειότατε, πάνω σε τι βασιλεύετε; 
- Πάνω σε όλα αυτά... απάντησε ο βασιλιάς με μια πολύ μεγάλη απλότητα. 
- Πάνω σε όλα; 
Με μια διακριτική χειρονομία, ο βασιλιάς έδειξε τον πλανήτη του, τους άλλους πλανήτες
και τ' αστέρια. 
- Πάνω σ' όλ' αυτά; είπε ο μικρός πρίγκιπας. 
- Πάνω σ' όλ' αυτά, απάντησε ο βασιλιάς. Γιατί δεν ήταν μόνο απόλυτος μονάρχης, αλλά ήταν κι ένας μονάρχης παγκόσμιος.
- Και τ' αστέρια σάς υπακούνε; 
- Και βέβαια, του αποκρίθηκε ο βασιλιάς. Υπακούνε αμέσως. Δεν ανέχομαι την
απειθαρχία. 
Μια τέτοια εξουσία θάμπωσε το μικρό πρίγκιπα, αφήνοντάς τον κατάπληκτο. Αν την
είχε ο ίδιος, θα μπορούσε να παρακολουθήσει όχι μόνο σαραντατέσσερα, αλλά
εβδομηνταδυό, ή μάλιστα εκατό ή και διακόσια ηλιοβασιλέματα μέσα στην ίδια μέρα, 
χωρίς ποτέ να μετακινήσει πιο πέρα την καρέκλα του. Και όπως ένιωθε λίγο θλιμμένος, 
καθώς ξανάφερε στη θύμησή του το δικό του εγκαταλειμμένο μικρό πλανήτη, τόλμησε
να ζητήσει μια χάρη από το βασιλιά: 
- Θα 'θελα να δω ένα ηλιοβασίλεμα. Κάνετέ μου τη χάρη... 
Διατάξτε τον ήλιο να βασιλέψει... 
- Αν έδινα διαταγή σ' ένα στρατηγό να πετάξει από ένα λουλούδι σε κάποιο άλλο, όπως
μια πεταλούδα ή να γράψει μια τραγωδία ή να γίνει θαλασσινό πουλί, κι αν ο στρατηγός
δεν εκτελούσε τη διαταγή που πήρε, ποιος θα 'ταν ο φταίχτης; 
- Εσύ θα 'σουν, απάντησε με σταθερή φωνή ο μικρός πρίγκιπας. 
- Σωστά. Δεν μπορούμε να ζητάμε από κάποιον παρά μονάχα αυτά που μπορεί να δώσει. 
Πάνω απ' όλα, το κύρος στηρίζεται στη λογική. Αν διατάξεις το λαό σου να πάει να πέσει
στη θάλασσα, θα επαναστατήσει. Έχω το δικαίωμα να απαιτώ υπακοή, γιατί οι διαταγές
μου είναι λογικές. 
- Λοιπόν, τι θα γίνει με το ηλιοβασίλεμα; υπενθύμισε ο μικρός πρίγκιπας, που ποτέ δεν
ξεχνούσε μια ερώτηση που είχε κάνει. 
- Το ηλιοβασίλεμά σου θα το έχεις. Θα το απαιτήσω. 
Μα, στα πλαίσια της διακυβέρνησης μου, θα περιμένω μέχρι να έρθουν ευνοϊκές
συνθήκες. 
- Και πότε θα γίνει αυτό; ζήτησε να μάθει ο μικρός πρίγκιπας. 
- Χμ! Χμ! του απάντησε ο βασιλιάς, αφού συμβουλεύτηκε ένα χοντρό ημερολόγιο... χμ! 
χμ! αυτό θα γίνει κατά... περίπου... απόψε, κατά τις επτά και σαράντα! Και τότε θα δεις
πόσο πρόθυμα με υπακούν. 
Ο μικρός πρίγκιπας χασμουρήθηκε. Τον κυρίευε μελαγχολία καθώς θυμόταν τα
ηλιοβασιλέματα που είχε χάσει. Άλλωστε, είχε αρχίσει κιόλας να βαριέται κάπως. 
- Δεν έχω πια να κάνω τίποτε εδώ, είπε στο βασιλιά. Θα πρέπει να φύγω! 
- Μη φεύγεις, απάντησε ο βασιλιάς, ήταν, βλέπεις τόσο περήφανος που είχε έναν
υπήκοο. Μη φεύγεις, θα σε κάνω υπουργό! 
- Υπουργό, σε τι; - Υπουργό... της Δικαιοσύνης! 
- Μα δεν βρίσκεται κανείς εδώ για να τον δικάσω! 
- Ποτέ δεν ξέρει κανείς, του είπε ο βασιλιάς.
 Δεν έχω κάνει ακόμη το γύρο του βασιλείου μου. 
Είμαι πολύ γέρος,  δεν υπάρχει τόπος για την καρότσα μου και το περπάτημα πολύ
με κουράζει. 
- Όμως εγώ έχω δει κιόλας, είπε ο μικρός πρίγκιπας που έσκυψε για να ρίξει μια
τελευταία ματιά στην άλλη μεριά του πλανήτη. Δεν υπάρχει κανείς εκεί κάτω... 
- Τότε, λοιπόν, θα δικάζεις τον ίδιο τον εαυτό σου, απάντησε ο βασιλιάς. Είναι πολύ πιο
δύσκολο να κρίνεις ο ίδιος τον εαυτό σου, απ' όσο να σε κρίνουν οι άλλοι. 
Αν τα καταφέρεις να τον κρίνεις σωστά, 
αυτό θα σημαίνει πως είσαι ένας αληθινά σοφός. 
-Εγώ, είπε ο μικρός πρίγκιπας, 
μπορώ να κρίνω τον εαυτό μου όπου και να 'ναι. Δεν χρειάζεται να είμαι εδώ. 
- Χμ! Χμ! είπε οβασιλιάς. Έχω βάσιμες υποψίες πως σε κάποια μεριά του πλανήτη μου
βρίσκεται ένας γερο-ποντικός. Τον ακούω τη νύχτα. Θα μπορείς, λοιπόν, να δικάζεις
αυτό το γερο-ποντικό. Πότε-πότε θα τον καταδικάζεις σε θάνατο. Έτσι η ζωή του θα
εξαρτιέται από την κρίση σου. Αλλά και κάθε φορά θα του δίνεις χάρη, έτσι για να τον
έχεις και γι' άλλη δίκη. Δεν υπάρχει παρά ένας μονάχα. 
- Εμένα καθόλου δεν μ' αρέσει να καταδικάζω σε θάνατο, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας. 
Νομίζω, λοιπόν, ότι θα πρέπει να φύγω. 
- Όχι, είπε ο βασιλιάς. 
Όμως ο μικρός πρίγκιπας, που είχε τελειώσει τις προετοιμασίες του, μη θέλοντας να
στεναχωρήσει το γερο-μονάρχη, είπε: 
- Αν η Μεγαλειότητά σου θα 'θελε να την υπακούν πρόθυμα, θα 'πρεπε να μου δώσει μια
διαταγή λογική. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να με διατάξει να φύγω σ' ένα λεπτό. 
Μου φαίνεται πως οι συνθήκες είναι ευνοϊκές... 
Καθώς ο βασιλιάς δεν έδινε καμιά διαταγή, ο μικρός πρίγκιπας δίστασε στην αρχή. 
Ύστερα, αφού αναστέναξε, ξεκίνησε να φύγει. 
- Θα σε κάνω πρεσβευτή μου, βιάστηκε τότε να του φωνάξει οβασιλιάς, 
με μεγαλόπρεπο ύφος εξουσίας. 
«Πολύ παράξενοι είναι οι μεγάλοι», είπε από μέσα του ο μικρός πρίγκιπας, καθώς
συνέχιζε το ταξίδι του.