ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ




Στον δεύτερο πλανήτη κατοικούσε ένας ματαιόδοξος


-Α!... Α!... Να η επίσκεψη ενός θαυμαστή! φώναξε από μακριά ο ματαιόδοξος μόλις
φάνηκε ο μικρός πρίγκιπας. 
Γιατί για κάθε ματαιόδοξο, οι άλλοι άνθρωποι είναι θαυμαστές. 
- Καλημέρα, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Πολύ παράξενο το καπέλο σας... 
- Το έχω για να χαιρετώ, του απάντησε ο ματαιόδοξος. 
- Το 'χω για να χαιρετώ όταν με ζητωκραυγάζουν. Δυστυχώς, ποτέ δεν περνάει κανείς
από εδώ. 
- Α, ναι; είπε ο μικρός πρίγκιπας που δεν κατάλαβε. 
- Χτύπα τα χέρι σου το ένα με τ' άλλο, συμβούλεψε τότε ο ματαιόδοξος. 
Ο μικρός πρίγκιπας χτύπησε τα χέρια του το ένα πάνω στ' άλλο. 
Ο ματαιόδοξος χαιρέτησε με μετριοφροσύνη, ανασηκώνοντας το καπέλο του. - Τούτη η επίσκεψη είναι πιο διασκεδαστική από κείνη που έκανα στο βασιλιά, σκέφτηκε
ο μικρός πρίγκιπας. Κι άρχισε πάλι να χτυπά το ένα του χέρι πάνω στο άλλο. Ο
ματαιόδοξος άρχισε κι αυτός να χαιρετά, ανασηκώνοντας το καπέλο του. 
Έπειτα από πέντε λεπτά άσκησης, ο μικρός πρίγκιπας ένιωσε να κουράζεται από την
μονοτονία του παιχνιδιού: 
- Και για να σταματήσεις ν' ανασηκώνεις το καπέλο σου, ρώτησε, τι πρέπει να γίνει; 
Μα ο ματαιόδοξος δεν τον άκουσε. Οι ματαιόδοξοι ποτέ δεν ακούν τίποτ' άλλο εκτός από
τα παινέματα. 
- Στ' αλήθεια, με θαυμάζεις πολύ; ρώτησε το μικρό πρίγκιπα. 
- Τι σημαίνει να θαυμάζεις; 
- Θαυμάζω σημαίνει ν' αναγνωρίζεις ότι είμαι ο πιο όμορφος, ο πιο καλοντυμένος, ο πιο
πλούσιος και ο πιο έξυπνος απ' όσους βρίσκονται στον πλανήτη
- Μα εσύ μόνο είσαι πάνω στον πλανήτη σου! 
- Κάνε μου τη χάρη. Θαύμασέ με ακόμη κι έτσι! 
- Σε θαυμάζω, είπε ο μικρός πρίγκιπας, ανασηκώνοντας λίγο τους ώμους, μα γιατί θα
μπορούσε να σ' ενδιαφέρει αυτό; 
Κι ο μικρός πρίγκιπας έφυγε. 
«Σίγουρα οι μεγάλοι είναι πολύ παράξενοι», είπε απλά στον εαυτό του καθώς συνέχιζε
το ταξίδι. 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ


Στον επόμενο πλανήτη κατοικούσε ένας μπεκρής


Τούτη η επίσκεψη στάθηκε πολύ σύντομη, όμως βύθισε το μικρό πρίγκιπα σε μεγάλη
μελαγχολία: 
- Τι κάνεις εκεί; είπε στο μπεκρή που τον βρήκε να κάθεται σιωπηλός μπροστά σ' ένα
τραπέζι φορτωμένο μπόλικα άδεια μπουκάλια κι ένα κιβώτιο γεμάτα μπουκάλια, λίγο
πιο πέρα. 
- Πίνω, απάντησε ο μπεκρής, με μελαγχολικό ύφος. 
- Γιατί πίνεις; τον ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας. 
- Για να ξεχάσω, αποκρίθηκε ο μπεκρής. 
- Να ξεχάσεις τι; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας, που είχε αρχίσει κιόλας να τον λυπάται. 
- Για να ξεχάσω πως νιώθω ντροπή, απάντησε ο μπεκρής, χαμηλώνοντας το κεφάλι. 
- Για ποιο λόγο ντρέπεσαι; ζήτησε να μάθει ο μικρός πρίγκιπας που θα 'θελε να τον
βοηθήσει. 
- Ντρέπομαι που πίνω! είπε ξανά ο μπεκρής, κλείνοντας τη συζήτηση, αποφασισμένος
τελικά να κλειστεί στη σιωπή του. 
Κι ο μικρός πρίγκιπας έφυγε. «Σίγουρα οι μεγάλοι είναι πάρα πολύ παράξενοι», έλεγε στο εαυτό του, καθώς συνέχιζε
το ταξίδι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ


Ο τέταρτος πλανήτης ήταν εκείνος όπου καθόταν ένας «μπίζνεσμεν», ένας
επιχειρηματίας. Ο άνθρωπος αυτός ήταν τόσο πολύ απασχολημένος που δεν σήκωσε
μήτε το κεφάλι του όταν πήγε ο μικρός πρίγκιπας.

- Καλημέρα, του είπε, το τσιγάρο σας είναι σβηστό. 
- Τρία και δύο κάνουν πέντε. Πέντε κι εφτά, δώδεκα. Δώδεκα και τρία δεκαπέντε. 
Καλημέρα. Δεκαπέντε κι εφτά εικοσιδύο. Εικοσιδύο και έξι εκοσιοχτώ. Δεν μου μένει
καιρός για να το ανάψωξανά. Εικοσιέξι και πέντε, τριανταένα. Ουφ! Όλα μαζί, λοιπόν, 
μας κάνουν πεντακόσια ένα εκατομμύρια, εξακόσιες εικοσιδύο χιλιάδες εφτακόσια
τριάντα και ένα. 
- Πεντακόσια εκατομμύρια, τι; 
- Ε! Ακόμη εδώ είσαι εσύ; Πεντακόσια ένα... δεν ξέρω πια... Έχω τόσο πολλή δουλειά! Εγώ
είμαι σοβαρός, καθόλου δεν μ' αρέσουν οι χαζοκουβέντες ! Δυο και πέντε εφτά... 
- Πεντακόσια εκατομμύρια τι; ξαναρώτησε ο μικρός πρίγκιπας, που σ' όλη του τη ζωή
ποτέ δεν υποχωρούσε αν δεν έπαιρνε απάντηση στην ερώτησή του. 
Ο επιχειρηματίας σήκωσε το κεφάλι: 
- Τώρα και πενηντατέσσερα χρόνια που κατοικώ σε τούτο τον πλανήτη, δεν μ' έχουν
διακόψει παρά μόνο τρεις φορές. Την πρώτη φορά, πάνε από τότε εικοσιδυό χρόνια, από
μια χρυσόμυγα που έπεσε ένας θεός ξέρει από που. Βούιζε με τόσο φοβερό θόρυβο που
έκανα τέσσερα λάθη σε μια πρόσθεση. Τη δεύτερη φορά, έχουν περάσει έντεκα χρόνιατώρα πια, ήταν τότε που, εξαιτίας των ρευματισμών μου, είχα πάθει μια κρίση. Βλέπεις, 
μου λείπουν οι ασκήσεις. Δεν μου περισσεύει καιρός για να χαζογυρίζω πέρα-δώθε. Εγώ, 
είμαι σοβαρός άνθρωπος. Η τρίτη φορά... είναι τούτη 'δω! Έλεγα, λοιπόν, πεντακόσια ένα
εκατομμύρια... 
- Εκατομμύρια τι; 
Ο επιχειρηματίας κατάλαβε πως δεν είχε καμιά ελπίδα να τον αφήσει ήσυχο. 
- Εκατομμύρια από κείνα τα μικρά πραγματάκια που βλέπουμε μερικές φορές στον
ουρανό. 
- Μύγες; 
- Μα όχι, μικρά πραγματάκια που λαμποκοπάνε. 
- Μέλισσες; 
- Μα όχι, μικρά χρυσά πραγματάκια που κάνουν τους χασομέρηδες να ονειρεύονται. 
-Α!... Αστέρια; 
- Πολύ σωστά. Αστέρια. 
- Και τι θα κάνεις πεντακόσια εκατομμύρια αστέρια; 
- Πεντακόσια ένα εκατομμύρια εξακόσιες εικοσιδυό χιλιάδες εφτακόσια τριάντα και ένα. 
Είμαι σοβαρός εγώ, είμαι ακριβής. 
- Και τι θα τα κάνεις αυτά τ' αστέρια; 
- Τι θα τα κάνω; 
-Ναι. 
-Τίποτε. Θα τα έχω στην κατοχή μου. 
- Θα έχεις στην κατοχή σου τ' αστέρια; 
- Ναι. 
- Μα έχω δει κιόλας ένα βασιλιά που... 
- Οι βασιλιάδες δεν έχουν στην κατοχή τους τίποτε. «Βασιλεύουν» μόνο πάνω τους. Αυτό
είναι κάτι πολύ διαφορετικό. 
- Και σε τι χρησιμεύει να 'χεις στην κατοχήσου αστέρια; 
- Μου χρησιμεύει γιατί έτσι θα είμαι πλούσιος. - Και σε τι θα σου είναι χρήσιμο να είσαι πλούσιος; -Θα αγοράσω άλλα αστέρια, αν
βρεθεί κανένα. «Τούτος εδώ, σκέφτηκε ο μικρός πρίγκιπας, έχει την ίδια περίπου λογική
με το μπεκρή μου». Ωστόσο, έκανε μερικές ακόμη ερωτήσεις: 
- Πως μπορείς να έχεις στην κατοχή σου τ' αστέρια; 
- Σε ποιον ανήκουν; ανταπάντησε γκρινιάρικα ο επιχειρηματίας. 
- Δεν ξέρω. Σε κανένα. 
- Τότε ανήκουν σε μένα, γιατί πρώτος εγώ τα σκέφτηκα. 
- Φτάνει αυτό; 
- Και βέβαια! Όταν βρίσκεις ένα διαμάντι που δεν ανήκει σε κανένα, είναι δικό σου. Όταν
βρίσκεις ένα νησί που δεν ανήκει σε κανένα, είναι δικό σου. Κι όταν έχεις μια ιδέα
πρώτος, την κατοχυρώνεις και τότε είναι δικιά σου. Κι εγώ έχω στην κατοχή μου τ' 
αστέρια αφού ποτέ άλλος κανείς εκτός από εμένα δεν είχε σκεφτεί να γίνει κάτοχός
τους. 
- Ναι, αυτό είναι αλήθεια, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Και τι θα τα κάνεις; 
- Θα τα διαχειρίζομαι. Τα λογαριάζω και τα ξανα-λογαριάζω, είπε ο επιχειρηματίας. Δεν
είναι καθόλου εύκολη δουλειά. Όμως εγώ είμαι ένας άνθρωπος σοβαρός! 
Ο μικρός πρίγκιπας δεν ήταν ακόμη ικανοποιημένος. 
- Εγώ, είπε, αν έχω ένα φουλάρι, μπορώ να το ρίξω γύρω από το λαιμό μου και να το
πάρω μαζί μου. Αν έχω ένα λουλούδι, μπορώ να το κόψω και να το πάρω μαζί μου
φεύγοντας. Μα εσύ δεν μπορείς να κόψεις τ' αστέρια! 
- Όχι, αλλά μπορώ να τα βάλω στην τράπεζα. 
- Τι θέλεις να πεις μ' αυτό; 
- Θέλω να πω ότι γράφω σ' ένα μικρό χαρτί τον αριθμό των αστεριών μου. Κι ύστερα
βάζω το χαρτί αυτό σ' ένα συρτάρι και το κλειδώνω. 
- Κι αυτό είναι όλο; 
- Αυτό είναι αρκετό! 
«Πολύ διασκεδαστικό, μα την αλήθεια, σκέφτηκε ο μικρός πρίγκιπας. Και αρκετά
ποιητικό. Μα δεν είναι και πολύ σοβαρό». 
Πάνω σε σοβαρά θέματα, ο μικρός πρίγκιπας είχε ιδέες πολύ διαφορετικές από τις ιδέες
των μεγάλων. 
- Εγώ, είπε, έχω ένα λουλούδι που το ποτίζω κάθε μέρα. Έχω τρία ηφαίστεια που τα
καθαρίζω από τις καπνιές κάθε βδομάδα. Γιατί καθαρίζω κι εκείνο που έχει σβήσει. Ποτέδεν ξέρει κανείς. Έχουν όφελος τα ηφαίστειά μου όπως και το λουλούδι μου που τα έχω. 
Όμως από σένα, κανένα όφελος δεν έχουνε τ' αστέρια...
Ο επιχειρηματίας άνοιξε το στόμα μα δεν βρήκε τίποτε να πει, κι ο μικρός πρίγκιπας
έφυγε. 
« Σίγουρα οι μεγάλοι είναι ολότελα παράξενοι άνθρωποι», σκέφτηκε απλά, καθώς
συνέχιζε το ταξίδι.




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο - Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ


Ο πέμπτος πλανήτης ήταν πολύ περίεργος. Ακόμη, ο πιο μικρός απ' όλους. Εκεί
βρισκόταν ακριβώς όσος χώρος χρειαζόταν για να στηθεί ένα φανοστάτης, σαν κι αυτούς
που βάζουν για να φωτίζονται οι δρόμοι και να μπορεί να σταθεί ένας φανοκόρος. Ο
μικρός πρίγκιπας δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύει ένας
φανοστάτης κι ένας φανοκόρος σ' οποιοδήποτε μέρος τ' ουρανού, πάνω σ' ένα πλανήτη
χωρίς σπίτι, ούτε κάτοικο.


 Ωστόσο, είπε στον εαυτό του: 
- Καθόλου απίθανο ο άνθρωπος αυτός να είναι ανόητος. Ωστόσο, είναι λιγότερο ανόητος
από το βασιλιά, από το ματαιόδοξο, από τον επιχειρηματία και από τον μπεκρή. 
Τουλάχιστον η δουλειά του έχει κάποιο λογική. Όταν ανάβει ο φανοστάτης του, είναι
σαν και να γεννιέται ένα αστέρι ή ένα λουλούδι ακόμη. Όταν σβήνει ο φανοστάτης του
είναι σαν να πέφτουν για ύπνο το λουλούδι ή το αστέρι. Είναι μια πολύ όμορφη
απασχόληση. Και είναι αληθινά χρήσιμη, αφού είναι όμορφη. 
Όταν πλησίασε στον πλανήτη, χαιρέτησε με ευγένεια το φανοκόρο: 
- Γιατί μόλις τώρα έσβησες το φανάρι σου; 
- Τέτοια είναι η εντολή. Καλημέρα. 
- Τι είναι η εντολή; 
- Είναι να σβήνω το φανάρι μου. Καλησπέρα. Και το άναψε ξανά. 
- Μα γιατί το άναψες πάλι; 
- Είναι η εντολή, απάντησε ο φανοκόρος. 
- Δεν καταλαβαίνω τίποτε, είπε ο μικρός πρίγκιπας. 
- Δεν υπάρχει τίποτε που να πρέπει να καταλάβεις, είπε ο φανοκόρος. Η εντολή είναι
εντολή. Καλημέρα. 
Κι έσβησε το φανάρι του. 
Ύστερα σκούπισε το μέτωπό του μ' ένα μαντήλι που είχε κόκκινα τετράγωνα. 
- Κάνω μια τρομερή δουλειά. Άλλοτε ήταν λογική. Το έσβηνα το πρωί και το άναβα το
βράδυ. Είχα το υπόλοιπο της μέρας για να ξεκουράζομαι και το υπόλοιπο της νύχτας για
να κοιμάμαι... 
- Και μετά από κείνη την περίοδο, η εντολή άλλαξε; 
- Η εντολή δεν άλλαξε, είπε ο φανοκόρος. Ακριβώς εκεί είναι το δράμα! Από χρόνο σε
χρόνο, ο πλανήτης άρχισε να γυρίζει όλο και πιο γρήγορα κι η εντολή δεν άλλαξε! - Τότε; είπε ο μικρός πρίγκιπας. 
- Να, τώρα που κάνει ένα γύρο το λεπτό, δεν έχω παρά ένα δευτερόλεπτο για ξεκούραση. 
Ανάβω και σβήνω μια φορά κάθε ένα λεπτό! 
- Αυτό είναι πολύ αστείο! Οι μέρες εδώ διαρκούν ένα μόνο λεπτό! 
- Δεν είναι καθόλου αστείο, είπε ο φανοκόρος. Έχει περάσει κιόλας ένας μήνας από τότε
που αρχίσαμε να μιλάμε οι δυο μας. 
- Ένας μήνας; 
- Ναι. Τριάντα λεπτά. Τριάντα μέρες! Καλησπέρα. Κι άναψε ξανά το φανάρι του. 
Ο μικρός πρίγκιπας τον κοίταξε κι ένιωσε αγάπη γι' αυτό το φανοκόρο που ήταν τόσο
πολύ πιστός στην εντολή. Θυμήθηκε τα ηλιοβασιλέματα που άλλοτε παρακολουθούσε, 
πηγαίνοντας λίγο πιο πέρα την καρέκλα του. Θέλησε να βοηθήσει το φίλο του: 
- Ξέρεις... Υπάρχει έχεις τρόπος να ξεκουράζεσαι όταν το θέλεις... 
- Πάντα το θέλω, απάντησε ο φανοκόρος. 
Γιατί μπορεί να είναι κανείς παράλληλα και δουλευτής και τεμπέλης. 
Ο μικρός πρίγκιπας συνέχισε: 
- Ο πλανήτης σου είναι τόσο μικρός που μπορείς να κάνεις το γύρο του με τρεις
δρασκελιές. Το μόνο που χρειάζεται, είναι να βαδίζεις αργά-αργά, έτσι ώστε να μένεις
πάντα στον ήλιο. Όταν θα θέλεις να ξεκουραστείς, θα βαδίζεις... κι η μέρα θα διαρκεί
όσες ώρες θέλεις εσύ. 
- Αυτό δεν βλέπω να μου προσφέρει κάποια μεγάλη αλλαγή, είπε ο φανοκόρος. Εκείνο
που πιο πολύ μ' αρέσει εμένα στη ζωή, είναι να κοιμάμαι. 
- Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα, είπε ο μικρός πρίγκιπας. 
- Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα, είπε ο φανοκόρος. Καλημέρα. 
Κι έσβησε το φανάρι του. 
«Αυτόν εδώ, είπε από μέσα του ο μικρός πρίγκιπας ενώ συνέχιζε για πιο πέρα το ταξίδι, 
θα τον περιφρονούσαν όλοι οι άλλοι, ο βασιλιάς, ο ματαιόδοξος, ο μπεκρής κι ο
επιχειρηματίας. Ωστόσο, είναι ο μόνος που δεν μου φαίνεται γελοίος. Ίσως επειδή
ασχολείται και με άλλα πράγματα εκτός από τον εαυτό του». 
Άφησε ένα στεναγμό λύπης και πρόσθεσε: 
- Αυτός είναι ο μόνος που θα μπορούσα να κάνωφίλο μου. Όμως ο πλανήτης του είναι
στ' αλήθεια πολύ μικρός. Δεν υπάρχει χώρος για δυο... 
Αυτό που ο μικρός πρίγκιπας δεν τολμούσε να ομολογήσει ήταν ότι, πάνω απ' όλα, 
λυπόταν πάρα πολύ που δεν μπορούσε να μείνει σε κείνο τον ευλογημένο πλανήτη, με
τα χίλια τετρακόσια σαράντα ηλιοβασιλέματα κάθε εικοσιτέσσερις ώρες.