Ο ΓΝΩΣΤΙΚΟΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ (ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ)


Πολλοί βάτραχοι ζούσαν μέσα σε μια λίμνη. Tο καλοκαίρι όμως, από την πολλή τη ζέστη, η λίμνη ξεράθηκε. Oι βάτραχοι αναγκάστηκαν να φύγουν από κει και να ζητήσουν αλλού κατοικία. Aποχαιρετίστηκαν λοιπόν, συγγενείς και φίλοι και γείτονες, και σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη.
Δυο αχώριστοι φίλοι τράβηξαν σ’ ένα μεγάλο λιβάδι. Eκεί ελπίζανε να βρουν μέρος καλό για να ζήσουν.
Στο δρόμο που πήγαιναν, απάντησαν ενα βαθύ πηγάδι.
– Nά ωραίο μέρος για να μείνουμε, είπε ο ένας. Eίναι όπως το θέλουμε. Nερό ήσυχο και πολύ, που δε θα στερέψει ποτέ. Kανείς δε θά ’ρθει να μας πειράξει· εδώ θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Έλα να κατέβουμε, μη χάνουμε καιρό.
Kαι ήταν έτοιμος να πηδήσει στο πηγάδι. O άλλος τον κράτησε βιαστικά από το πόδι και του λέει:
– Στάσου, αδελφέ, τι κάνεις; M’ ένα πήδημα, αλήθεια, μπορούμε να κατέβουμε κάτω· πριν όμως το κάνουμε αυτό το πήδημα, πρέπει να συλλογιστούμε: πώς θ’ ανέβουμε, αν τύχει και ξεραθεί αυτό το βαθύ πηγάδι;
O πρώτος βάτραχος στάθηκε, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
– Σωστά μιλάς, αδερφέ. Eγώ μίλησα σαν ασυλλόγιστος κι εσύ σα γνωστικός.
Kαι τράβηξαν το δρόμο τους.
Ό,τι κάνεις κι ό,τι πεις, τα στερνά να στοχαστείς.

ΘΑ ΚΕΝΤΗΣΩ (ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ)

θα κεντήσω


πάνω στο δίκοπό σου λάζο
το βλέμμα σου το καθαρό
αυτό το βλέμμα το γαλάζο
που δε χορταίνω να θωρώ
αγόρι μου
αγόρι μου
αγόρι μου να σε χαρώ

θα κεντήσω
στα ασημοπίστολά σου πλάϊ
της χελιδόνας το φτερό
κι ένα σταυρό να σε φυλάει
τις νύχτες που σε καρτερώ
αγόρι μου
αγόρι μου
αγόρι μου να σε χαρώ

θα κεντήσω
πάνω στου αλόγου σου τη σέλλα
με διαμαντόπετρες σωρό
του φεγγαριού το πήγαινε-έλα
στο πελαγίσιο το νερό
αγόρι μου
αγόρι μου
αγόρι μου να σε χαρώ.

Ο ΛΥΚΟΣ Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΙ Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ


Ήτανε μια φορά ένας γάιδαρος παχύς και θρεμμένος και βοσκούσε στο λιβάδι. Τον βλέπει μια αλεπού και τον ωρέχτηκε. Πάει στο λύκο :

-Έλα να δεις λύκο ένα γάιδαρο. Άμα πράμα για φαί !
Πάει ο λύκος βλέπει τον γάιδαρο κι άρχισαν να τρέχουν τα σάλια του.
-Ξέρεις τι να κάνουμε λύκο; λέει η αλεπού.
-Τι; Εσένα κόβει το κεφάλι σου.
-Να αγοράσουμε μια βάρκα και να τη φορτώσουμε ελιές, να πάρουμε τον γάιδαρο μαζί για ναύτη και , άμα βγούμε στο πέλαγος, να τον φάμε ! Άιντε συ, σύρε να πάρεις μια βάρκα κι εγώ πάω να συμφωνήσω με τον γάιδαρο.
Πάει ο λύκος, αγοράζει μια βάρκα, τη φορτώνει ελιές. Πάει κι η αλεπού , παίρνει τον γάιδαρο, κατεβαίνουν στο γυαλό, μπαίνουν μέσα στη βάρκα.
Όταν έφτασαν καταπέλαγα, λέει η αλεπού :



-Καλά, εμείς τώρα ταξιδεύουμε , αμ ποιος ξέρει αν θα πάμε ζωντανοί . Για καλό και για κακό ελάτε να εξομολογηθούμε.
Γίνεται ο λύκος πνευματικός, ξομολογά την αλεπού πρώτα.
-Τι αμαρτίες έκαμες κυρά αλεπού;
-Έκλεψα κάμποσες κότες, κι έφαγα κάτι άλλα αγριμέλια, λαγοί , μαγοί, κουνέλια. Να ! Τέτοια πράγματα έπνιξα κι έφαγα.
-Δεν κάνεις δουλειά σου κυρά αλεπού , σκουλήκια τση γης έφαγες. Έλα τώρα, ξεμολόγα με κι εσύ.
-Λέγε, τι αμαρτίες έκαμες;
-Έφαγα κάμποσα πρόβατα, κάμποσα κατσίκια, κάμποσα γελάδια.
-Α, μικρά πράγματα. Σκουλήκια τση γης.
Ύστερα , λέει ο λύκος στον γάιδαρο :
-Έλα και συ, κυρ γάιδαρε, να μας πεις τι αμαρτίες έχεις;
-Εγώ, λέει ο γάιδαρος, μια φορά όντας φορτωμένος μαρούλια, γύρισα κι έκοψα ένα φύλλο, γιατί τα λιμπίστηκα και το φαγα!
- Α ! κυρ γάιδαρε, είπανε κι οι δυο μαζί :
Έφαγες το μαρουλόφυλλο χωρίς λάδι, χωρίς ξύδι ....και πώς δεν επνιγήκαμε σε τούτο το ταξίδι !
-Η αμαρτία σου είναι μεγάλη και πρέπει να σε φάμε !
-Βρε αμάν!
-Όχι, πρέπει να σε φάμε !
-Καλά, λέει ο γάιδαρος, μόνο ο πατέρας μου, όταν πέθανε μου έδωκε μια γραφή και την έχω εδώ στου ποδαριού μου το πέταλο . Έλα κυρ λύκε, διάβασέ την, για να ιδώ τι μου γράφει, κι ύστερα φάγε με !

Σηκώνει το πισινό του το ποδάρι, πάει ο λύκος να διαβάσει, του πατεί μια κλωτσιά στα μούτρα, πάρ'τον μέσ' τη θάλασσα.

Η αλεπού βλέποντας αυτά πηδά κι αυτή μέσ' τη θάλασσα για να γλυτώσει, πνίγονται κι οι δύο κι έτσι απόμεινε η βάρκα με τις ελιές στο γάιδαρο.


ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ (Νικηφόρος Βρεττάκος)



Δε με κατάλαβες' όλη τη νύχτα


ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω


το παράθυρο, πάλευα - όλη τη νύχτα.


Ο αγέρας επέμενε.


Άπλωσα τότε


τις παλάμες μου πάνω σου σαν


δυό φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.


Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα


δίχως χέρια τον κόσμο.